Πως φτιαχνόταν το ψωμί στα παλιά χρόνια

 

Ο πλάστης, το πλαστήρι, η πινακωτή, η μεγάλη πήλινη ή ξύλινη λεκάνη ήταν τα χρειαζούμενα της γιαγιάς μου, η οποία, όπως οι περισσότερες Ελληνίδες νοικοκυρές, ζύμωνε το ψωμί της οικογένειας για ολόκληρη εβδομάδα. Από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας η γιαγιά έπιανε το προζύμι. Ένα κομμάτι ζυμάρι που είχε φυλαγμένο στην παγωνιέρα από το ψωμί της προηγούμενης εβδομάδας, το δούλευε με νερό και αλεύρι, έτσι που να γίνει πηκτός χυλός και τον άφηνε κουκουλωμένο με μάλλινη κουβέρτα όλη τη νύχτα. Μ’ αυτή τη μαγιά, πολλή πρωί την άλλη μέρα ζύμωνε το ψωμί, το κουκούλωνε και πάλι με την κουβέρτα και το άφηνε να ανεβεί. Ύστερα κράταγε πάλι ένα κομμάτι ζυμάρι (προζύμι), για να κάνει το ψωμί της επόμενης εβδομάδας. Με το υπόλοιπο έπλαθε 4-5 μεγάλα καρβέλια (όσα και οι θέσεις της πινακωτής), που ήταν στρωμένη με βαμβακερές πετσέτες καλά αλευρωμένες. Δίπλωνε τις πετσέτες πάνω από τα ψωμιά και σκέπαζε την πινακωτή με την κουβέρτα, για να μην κρυώσει η ζύμη και για να φουσκώσει γρήγορα. Όταν φούσκωνε το ψωμί, ι γιαγιά μου έβαζε την πινακωτή στον ώμο και το πήγαινε στο φούρνο. Εκεί άναβε το φούρνο με ξύλα και όταν ο φούρνός πύρωνε, έβαζε με ένα ξύλινο φτυάρι τα ψωμιά.

Στέλιος Δημητρογιαννάκης .

 

 

Αφού όργωναν τα χωράφια έβαζαν το λίπασμα. Ύστερα έβαζαν και το σιτάρι και ξαναόργωναν. Μετά κατά τον Ιούνιο, το θερίζανε. Ύστερα το κάνανε δεμάτια και τέλος θημωνιές. Έφτιαχναν ένα αλώνι και εκεί έβαζαν τον καρπό. Έβαζαν τα άλογα με βολώσυρο. Αφού τέλειωνε το αλώνι τα κάνανε σωρό. Μετά πέρναν τα θρινάκια και περίμεναν να φυσήξει αέρας. Όταν φύσαγε πετούσαν το σιτάρι και ξεχώριζαν τα άχυρα από τον καρπό. Τον έβαζαν σε τσουβάλια και τον πήγαιναν σε ένα μέρος με νερό. Τον έπλενα, τον βάζανε στον ήλιο, τον λιάζανε και ξεραινόταν. Τον πήγαιναν στο μύλο και τον αλέθανε. Έτσι βγάζανε το αλεύρι και το ζύμωναν. Από το βράδυ έβαζαν το προζύμι. Το πρωί το έβαζαν σε ζεστό νερό μαζί με το υπόλοιπο αλεύρι το ζύμωναν και το έβαζαν σε μια άσπρη πετσέτα και φούσκωνε 1-2 ώρες. Τέλος το βάζανε στο φούρνο και ψηνόταν.

Λένα Μαρινάκη